20 Απριλίου 2012

Η Ελλάδα αποτελεί μια χώρα με μακραίωνη ιστορία, σε μια ιδιαίτερα σημαντική γεωστρατηγική θέση. Το πολιτικό σύστημα της χώρας μας όμως έχει αφεθεί να χειραγωγείται από τον ξένο παράγοντα, το διεθνές κεφάλαιο και την πολιτική τάξη η οποία έχει χάσει σήμερα τον προσανατολισμό της. Η οικονομική καταστροφή που συντελείται οδηγεί σε παράδοση άνευ όρων.

Εθνική στρατηγική είναι η χρήση των μέσων που διαθέτει ένα κράτος για την εκπλήρωση των εθνικών συμφερόντων. Για να μπορέσει να συνταχθεί εθνική στρατηγική είναι απαραίτητο να προσδιορισθεί τι καθιστά εθνικό συμφέρον και αυτό να χαίρει κοινωνικά αποδεκτής ομοφωνίας. Η χρήση των μέσων που διαθέτει μια χώρα βελτιώνεται όταν υπάρχει βαθειά και επαρκής γνώση των πολιτικών και διπλωματικών επιλογών που δημιουργούν συνθήκες ισορροπίας. Παράλληλα, απαιτείται γνώση του διεθνούς συστήματος μέσα στο οποίο καλείται να επιβιώσει η Ελλάδα, καθώς επίσης και σαφή αντίληψη των παραμέτρων του και των κινδύνων του. Λανθασμένη ανάγνωση και ερμηνεία του διεθνούς συστήματος οδηγεί σε λανθασμένες επιλογές και τραγικά αποτελέσματα. Η θεωρία διεθνών σχέσεων και η διεθνής πρακτική διδάσκει πως το διεθνές σύστημα «τιμωρεί»τα κράτη που παραμελούν τα εθνικά συμφέροντά τους.

Για αυτό οι όποιες σκέψεις, αναλύσεις και παρεμβάσεις επί των ζητημάτων της εθνικής στρατηγικής επιβάλλεται να διακρίνονται από επαγγελματισμό, ορθολογισμό,και απουσία συναισθηματισμού. Το κάθε κράτος λειτουργεί πρωταρχικά για την εξυπηρέτηση του δικού του εθνικού συμφέροντος, και τα κράτη σχεδόν πάντα έχουν αντικρουόμενα συμφέροντα. Επομένως, η Ελλάδα αφού ορίσει ποιά είναι τα δικά της θα πρέπει να επιδοθεί σε υπολογισμούς κόστους-οφέλους προκειμένου να επιλέξει την στάση που θα ακολουθήσει. Αυτά τα συμφέροντα είναι αναγκασμένη να τα επιδιώξει μέσα σε ένα πολυπολικό διεθνές σύστημα (τόσο στον οικονομικό τομέα όσο και στο συσχετισμό ισχύος), χωρίς να υπάρχει κάποια αρχή που να επιβάλλει τάξη και δικαιοσύνη, όπως συμβαίνει στην ενδοκρατική τάξη πραγμάτων. Παράλληλα, το διεθνές σύστημα είναι ανταγωνιστικό επειδή υπάρχουν συγκρούσεις και αίτια συγκρούσεων και δεν έχει βρεθεί μέχρι σήμερα κανένας τρόπος ώστε να εξαλειφθούν. Επομένως, όσο μεταξύ των διεθνών θεσμών και του διεθνούς δικαίου θα παρεμβάλλονται τα αίτια συγκρουσιακών σχέσεων, στην διεθνή πολιτική θα υπάρχει έντονος ανταγωνισμός, ο φόβος εξαπάτησης και άνιση ανάπτυξη. Μέσα σε αυτό το ρευστό διεθνές περιβάλλον, η Ελλάδα έχει ένα αναμφισβήτητο πλεονέκτημα το οποίο μπορεί να είναι είτε προς όφελός της είτε να την οδηγήσει στη καταστροφή. Και αυτό είναι η γεωστρατηγική της θέση. Δυστυχώς, η Ελλάδα δεν έχει καταφέρει να εκμεταλλευθεί τα πλεονεκτήματά της και έχει βρεθεί σήμερα να δέχετε εντολές από άλλες δυνάμεις και να χάνει όλο και περισσότερα κυριαρχικά δικαιώματα χώρις να κερδίζει κάτι σε αντάλλαγμα.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση μπήκαμε εκχωρώντας μέρος των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων προκειμένου να έχουμε κάποιο όφελος από αυτή. Σήμερα πρέπει να επενδύσουμε στην ποσοτική και ποιοτική διερεύνηση των εναλλακτικών επιλογών μας εντός και εκτός Ευρώπης με σκοπό την αύξηση του χώρου των στρατηγικών επιλογών που τιμούν το χρέος στην ιστορία, στον πολιτισμό και στις δυνατότητες του Ελληνικού Έθνους.

Η καταφανής παραβίαση όχι μόνο των Ευρωπαϊκών Συνθηκών, αλλά και της ίδιας της φιλοσοφίας ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην οποία σήμερα γινόμαστε μάρτυρες, αποτελεί εκτροπή η οποία επιβάλλεται στους Ευρωπαίους με σκοπό τον έλεγχό τους από τις ισχυρότερες ευρωπαϊκές χώρες. Η εξέλιξη αυτή είναι αποτέλεσμα προγραμματισμένων κινήσεων, μέσω χρέους, χρησιμοποιώντας την κοινή ευρωπαϊκή αγορά ως δούρειο ίππο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι ένα σύνολο κανόνων, κανονισμών, οδηγιών, αποφάσεων και λοιπόν νομικοτεχνικών δεσμεύσεων,αλλά είναι μια ένωση κρατών με συσχετισμούς ισχύος, την οποία τα κράτη μέλη προσπαθούν να εκμεταλλευθούν για να έχουν εθνικά οφέλη. Τα ισχυρά κράτη λοιπόν,όπως έλεγε και ο Θουκυδίδης στον Πελοποννησιακό πόλεμο, κάνουν όσα τους επιτρέπει η δύναμή τους και τα αδύναμα υποχωρούν και προσαρμόζονται. Η Ελλάδα πρέπει να φροντίσει να αποκτήσει διεθνή ερείσματα γιατί κανένας δεν θα έρθει ανιδιοτελώς για να την «σώσει», δεν έγινε ποτέ ιστορικά, ούτε πρόκειται να γίνει στο μέλλον.Για αυτό πρέπει να αντιληφθείκαι να χρησιμοποιήσει ως διαπραγματευτικά εργαλεία τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα και να διεκδικήσει χωρίς φόβο και με σύνεση και ορθολογισμό, όσα της αναλογούν.

Στα πλαίσια αυτά, επιβάλλεται η χαρτογράφηση των ζητημάτων τα οποία άπτονται της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ). Οι Ανεξάρτητοι Έλληνες προτείνουν να δημιουργηθεί Ειδική Επιτροπή Υποθέσεων Θαλάσσης ούτως ώστε να προσδιορισθεί η βέλτιστη στρατηγική του κράτους για την συνολική, ενιαία σε όλο το μήκος των θαλασσίων συνόρων, οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ. Θα πρέπει να ενεργοποιηθούν οι διαδικασίες κήρυξης ΑΟΖ και να ξεκινήσουν άμεσα οι διαπραγματεύσεις με τις όμορες χώρες για τον καθαρισμό της, αξιοποιώντας τα αποτελέσματα των εργασιών της Ειδικής Επιτροπής Θαλασσίων Υποθέσεων.

Λόγω της γεωστρατηγικής της θέσης, την χώρα μας, την επιβουλεύονται γειτονικές χώρες, οι οποίες ανοιχτά και πέραν πάσης αμφιβολίας έχουν δηλώσει και συνεχίζουν να δηλώνουν τις επιθετικές τους προθέσεις. Δεν είναι δυνατόν πλέον να υφιστάμεθα περαιτέρω εθνική ανασφάλεια επιτρέποντας την έλλειψη σεβασμού στην εθνική μας ακεραιότητα από την Τουρκία για να μην διαταρἀξουμε δήθεν εσωτερικές της ισορροπίες. Είναι αδιανόητο σε χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ και υποψήφια προς ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση να μην αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία και να τρομοκρατεί οικονομικά και στρατιωτικά την Ελλάδα. Δεν είναι δυνατόν να εθελοτυφλούμε μπροστά στον οφθαλμοφανή νεοοθωμανισμό του Αχμέτ Νταβούτογλου και αντί να διαβάζουμε τις δικές του δηλώσεις και συγγράμματα να βασιζόμαστε στα λεγόμενα της πολιτικής τάξης που προσπαθεί να μας υπνωτίσει με τις διεθνιστικές της απόψεις που μόνο κακό μπορούν να κάνουν στην εθνική μας ασφάλεια και στα συμφέροντα της Ελλάδας.Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε την ίδια ηττοπαθή πολιτική, περιμένοντας από κάποιας μορφής εθνικό ή διεθνή οργανισμό να ασκήσει τη δέουσα πίεση ούτως ώστε να σεβαστεί η Τουρκία τα αυτονόητα πλαίσια του διεθνούς δικαίου, γιατί απλούστατα ποτέ κανείς δεν έτρεξε για την σωτηρία μας αφιλοκερδώς και από δίκαια αισθήματα. Είναι τουλάχιστον ρομαντικό να σκέπτεται κανείς έτσι, αν όχι επικίνδυνο.

Στα βόρεια σύνορά μας και συγκεκριμένα όσον αφορά στην ΠΓΔΜ, το ζήτημα είναι ένα και σαφές, έχει συζητηθεί και αναλυθεί πολλές φορές στο παρελθόν και είναι το όνομα. Αυτό συνεπάγεται πρόβλημα γλώσσας, μειονότητας στην Ελλάδα και έχει αλυτρωτικές προεκτάσεις. Η Ελλάδα για να αντιμετωπίσει αυτά τα προβλήματα πρέπει να μην παρεκκλίνει από το στόχο της που είναι καμία αναφορά του ονόματος Μακεδονία, ούτε σύνθετο όνομα που να εμπεριέχει τη λέξη Μακεδονία. Είμαστε υπέρ της Ευρωπαϊκής προοπτικής της χώρας αυτής, και της ένταξής της στο ΝΑΤΟ και γενικά στους διεθνείς θεσμούς, αλλά με ένα άλλο όνομα.

Αυτό που αποτελεί ουσιαστικό θέμα που χρήζει άμεσης προσοχής, ανάλυσης και μελέτης είναι το ζήτημα της Βορείου Ηπείρου. Για εμένα που είμαι Μακεδόνισσα είναι ένα ζήτημα ιδιαίτερα ευαίσθητο.Στηρίζουμε την πορεία της Αλβανίας για την ενσωμάτωσή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά λαμβάνουμε πολύ σοβαρά υπ’ όψιν την στάση της αλβανικής κυβέρνησης στην ελληνική εθνική μειονότητα. Ζητούμε και αγωνιζόμαστε για την πολιτιστική αυτονομία σε όλα τα επίπεδα(παιδεία, εργασία, συμμετοχή στο αλβανικό κράτος) της μειονότητας.

Η Ελλάδα πρέπει να αναζητήσει διεθνή ερείσματα τόσο στον Ευρωπαϊκό χώρο όσο και εκτός της Ένωσης. Χρειαζόμαστε λοιπόν μια πολιτική τάξη που να γνωρίζει το εθνικό συμφέρον. Όταν τα εγωιστικά συμφέροντα ξεπερνούν τα εθνικά τότε φθάνουμε σε καταστάσεις καταστροφικές. Κύριο στοιχείο των Ανεξαρτήτων Ελλήνων είναι ότι έχουμε συγκεκριμένη κοσμοαντίληψη και είμαστε προσηλωμένοι στην εφαρμογή ενός εφικτού οράματος.